Dracula: A Love Tale. Όταν ο θάνατος ερωτεύεται ξανά
Όταν ο θάνατος ερωτεύεται ξανά
Υπάρχουν ταινίες που βλέπεις και ξεχνάς. Και υπάρχουν κι εκείνες που δεν σε αφήνουν να ανασάνεις μετά. Που τελειώνουν, και νιώθεις πως σε έχουν σημαδέψει, όχι γιατί τρόμαξες, αλλά γιατί άνοιξαν μέσα σου μια πληγή που δεν ήξερες πως υπήρχε.
Η Dracula: A Love Tale είναι ακριβώς αυτό. Δεν είναι μια απλή ιστορία τρόμου, είναι ένας σκοτεινός ύμνος στον έρωτα, στην απώλεια, και στο τίμημα του να αγαπάς τόσο βαθιά που να ξεχνάς πως είσαι άνθρωπος.
Η ιστορία μάς ταξιδεύει στη Ρουμανία του 15ου αιώνα. Ο Πρίγκιπας Vlad χάνει τη γυναίκα του, την Elisabeta, και μαζί της κάθε πίστη. Από εκείνη τη στιγμή, ξεκινά μια αιώνια αναζήτηση, όχι για εκδίκηση, αλλά για την αγάπη .Για τέσσερις αιώνες περιπλανιέται, ψάχνοντας το πρόσωπό της σε κάθε γυναικείο βλέμμα. Μέχρι που, στο Παρίσι του 19ου αιώνα, συναντά τη Mina. Κι εκεί αρχίζει ξανά ο κύκλος.
Ο Luc Besson, με εκείνη τη χαρακτηριστική του εμμονή στο συναίσθημα και τη λεπτομέρεια, ξαναγράφει τον μύθο του Δράκουλα, όχι ως τέρας, αλλά ως μία καταραμένη ψυχή. Μια ψυχή που αρνήθηκε τον Θεό για να ξαναβρεί την αγάπη. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα που έκανε ποτέ.
Ο Άνθρωπος πίσω απ’ το Τέρας
Ο Caleb Landry Jones, σε μια ερμηνεία που αγγίζει το υπερφυσικό, δεν παίζει απλώς τον Δράκουλα, γίνεται εκείνος.
Κάθε βλέμμα του είναι ποίηση. Κάθε σιωπή του, μια προσευχή.
Δεν υπάρχει υπερβολή, μόνο πόνος που σιγοκαίει πίσω από τα μάτια του εκεί που κάποτε υπήρχε φως.
Δεν μιλάμε για έναν κακό ήρωα εδώ. Μιλάμε για έναν άντρα που θυσίασε τα πάντα για μια υπόσχεση. Κι ενώ οι αιώνες περνούν, η λαχτάρα του για εκείνη τη χαμένη ψυχή δεν σβήνει. Αντίθετα, μεταμορφώνεται σε σκοτάδι. Όχι μίσος αλλά απλώς ατέρμονη λαχτάρα και αγάπη που τον τρώει.
Ο Έρωτας που Πονάει
Η ταινία δεν σε ρίχνει στον τρόμο. Σε παρασύρει σε έναν αργό, μεθυστικό χορό.
Η σχέση του με την Elisabeta δεν είναι «ρομάντζο». Είναι θρήνος.
Κάθε τους βλέμμα είναι πιο οικείο από αγκαλιά, κάθε ανάσα πιο βαριά από εξομολόγηση.
Δεν υπάρχουν φανφάρες, ούτε εύκολες συγκινήσεις. Μόνο μια διαρκής, υποδόρια ένταση που σε τραβάει μέσα, μέχρι να νιώσεις πως κι εσύ αγαπάς μαζί του και πονάς μαζί του.
Η κάμερα κινείται σαν εξομολόγηση, τα φώτα λούζουν το αίμα με τρυφερότητα· η μουσική είναι ένα μοιρολόι για όλα όσα χάθηκαν.
Οπτική & Ατμόσφαιρα
Η φωτογραφία είναι πίνακας. Κάθε σκηνή μοιάζει να ξεπήδησε από μια γοτθική ζωγραφιά του 19ου αιώνα, βαθύ κόκκινο, χρυσό που ξεθωριάζει, και εκείνη η αχνή ομίχλη που κρύβει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει.
Το κάστρο του δεν είναι φυλακή, είναι ναός. Ένας τόπος λατρείας, γεμάτος σκιές, θρήνους και μνήμες. Μπορείς σχεδόν να νιώσεις την ψύχρα των πέτρινων τοίχων, να μυρίσεις το κερί που σβήνει, να ακούσεις την ανάσα του αιώνα.
Και κάπου εκεί, μέσα στο ημίφως, ο έρωτας ξαναγεννιέται. Όχι για να σώσει αλλά για να θυμίσει.
Όταν η Αιωνιότητα Πονά
Αυτό που κάνει την Dracula: A Love Tale αληθινά ξεχωριστή, είναι το ότι δεν προσπαθεί να σε πείσει πως ο Δράκουλας είναι ήρωας ή θύτης. Είναι απλώς… άνθρωπος. Ένας άντρας που θέλησε να τα νικήσει όλα και τιμωρήθηκε με την αιωνιότητα.
Η ταινία σε βάζει να κοιτάξεις τον ίδιο σου τον εαυτό στον καθρέφτη.
Τι θα έκανες αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω;
Πόσο σκοτάδι θα άντεχες, αν σου επέτρεπε να ξαναδείς το πρόσωπο που αγάπησες;
Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία είναι για όλους.
Ξέρω μόνο πως για εκείνους που αγαπούν το σκοτάδι όχι ως τρόμο, αλλά ως καθρέφτη, η Dracula: A Love Tale είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα remake. Είναι προσευχή. Είναι εξομολόγηση.
Κι όταν τελειώσει, θα θες απλώς να μείνεις σιωπηλή, με το βλέμμα χαμένο κάπου μακριά, εκεί όπου ο έρωτας και ο θάνατος μιλούν την ίδια γλώσσα.
Κάποιοι είπαν πως είναι “απομίμηση” του Bram Stoker’s Dracula του Coppola. Άλλοι πως το σενάριο είναι “τετριμμένο”, “άνευρο”, “βαρετό”. Πως οι ερμηνείες είναι “υπερβολικές”. Πως δεν έχει “τρόμο” ή “γοτθική ατμόσφαιρα”. Πως το τέλος “απογοητεύει”. Και κάπου εδώ γελάω. Γιατί μάλλον έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει να βλέπεις κάτι που αισθάνεται.
Πώς γίνεται πάντα μια ταινία που έχει λαχτάρα, αυτό το βαθύ yearning, που αφήνει χώρο στο βλέμμα, στο άγγιγμα, στη σιωπή, να καταλήγει στο στόχαστρο;
Όποτε μια ιστορία αφήνει τον άντρα να νιώσει, να πονέσει, να θρηνήσει, να αγαπήσει με τρόπο σχεδόν θηλυκό, πάντα θα βρεθεί κάποιος να πει πως είναι “υπερβολικό”. Όποτε μια κάμερα κοιτάζει μέσα από το female gaze, αντί να χρησιμοποιεί το σώμα της γυναίκας σαν διακοσμητικό, καίει τους θεατές που δεν αντέχουν να δουν την ευαλωτότητα του άντρα.
Ε, λοιπόν, ναι. Είναι υπερβολική. Γιατί ο έρωτας είναι υπερβολή. Είναι παράλογος, επικίνδυνος, θεϊκός και γελοίος μαζί.
Δεν υπάρχει “λογικός” τρόπος να δείξεις την αγάπη ενός ανθρώπου που αμφισβητεί τον Θεό για μια ψυχή. Αν δεν είναι αυτό δράμα, τότε τι είναι; Να ζητάμε δηλαδή από τον Δράκουλα να κρατήσει low profile επειδή δεν χωράει στο concept μας;
Όχι, συγγνώμη, ο Besson έφτιαξε μια οπτική εξομολόγηση, όχι ένα παραμύθι για ασφαλείς καρδιές.
Όσο για τον “τρόμο” δεν χρειάζεται να τρομάξεις από το τέρας όταν σε τρομάζει το ίδιο σου το συναίσθημα. Εδώ, ο τρόμος δεν είναι να δεις δόντια και αίμα, είναι να νιώσεις ότι θα περίμενες κι εσύ τέσσερις αιώνες για κάποιον που δε θα γυρίσει.
Δεν είναι το αίμα που σε στοιχειώνει, είναι η απουσία του.
Το τέλος για εμένα να ήταν γλυκόπικρο, σιωπηλό, και απόλυτα αναπόφευκτο. Έμεινα με εκείνο το κενό στο στήθος, που δεν ξέρεις αν είναι λύτρωση ή θλίψη. Και παρόλο που είχε στιγμές που με έκαναν να χαμογελάσω ακόμα και να γελάσω, ένιωσα κάθε σκηνή σαν μαχαίρι στην καρδιά. Με ένα τρόπο αργό, όμορφο, αναγκαίο.
Όταν ειπώθηκαν οι τελευταίες λέξεις, “Because I love you”, δεν ήταν απλώς η κατακλειδα. Ήταν υπόσχεση, εξομολόγηση και κατάρα μαζι.
Ένα “σ’ αγαπώ” που έμεινε χαραγμένο μέσα μου.
Αγάπησα τα πάντα σ’ αυτή την ταινία. Με έκανε να θέλω να ξαναδώ και τον Δράκουλα του Coppola, που παραμένει από τις αγαπημένες μου . Γιατί αυτές οι δύο ο Coppola και ο Besson κατάφεραν κάτι που σπάνια συμβαίνει: να καλύψουν εκείνο το yearning που ψάχνω σε κάθε ιστορία. Εκείνη τη στιγμή που ο έρωτας δεν είναι ρομάντζο, είναι καταστροφή. Και τι πιο αληθινό από αυτό;
«Γιατί τελικά, δεν είναι το αίμα που μας κρατά στη ζωή. Είναι η αγάπη.»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου